ΒΑΦΕΣ ΜΑΛΛΙΩΝ: ΕΝΑΣ ΓΕΝΝΑΙΟΣ, ΟΧΙ ΚΑΙ ΤΟΣΟ ΝΕΟΣ, ΚΟΣΜΟΣ

11/01/2015
από Ελένη Τουτουντζή


 
Αιγύπτιοι, Ρωμαίοι, αρχαίοι Έλληνες, τα κορίτσια και τα αγόρια του αρχαίου κόσμου στόλιζαν με χρώματα τα μαλλιά τους. Οι Βαβυλώνιοι πρωτοχρησιμοποίησαν την χέννα ως βαφή μαλλιών. Οι δε Ρωμαίοι έκαναν και ντεκαπάζ με οξυζενέ παρακαλώ! Το ενδιαφέρον είναι ότι από τους πιο βασικούς λόγους που οι αρχαίοι έβαφαν τα μαλλιά τους ήταν για να καλύψουν τα γκρίζα.

Σήμερα με τη βοήθεια της εκπληκτικής επιστήμης που λέγεται χημεία και την εξέλιξη της τεχνολογίας έχουν ανοίξει νέοι δρόμοι στο κεφάλαιο αυτό. Οι επιλογές μας στα προϊόντα βαφής είναι αμέτρητες. Παρ’ όλα αυτά οι τρόποι με τους οποίους μπορούμε να επέμβουμε στο χρώμα του μαλλιού μας εντοπίζονται στους 6 παρακάτω: Με μόνιμες βαφές, με σχεδόν μόνιμες, με ημι-μόνιμες, με προσωρινές, με ντεκαπάζ και με φυτικές βαφές όπως η χέννα.

Οι μόνιμες βαφές λέγονται έτσι γιατί ο τρόπος που επεμβαίνουν στην τρίχα είναι μη αναστρέψιμος. Δεν μπορεί δηλαδή ποτέ να επανέλθει στην αρχική της κατάσταση. Το βασικό συστατικό των βαφών αυτών είναι η αμμωνία η οποία ανεβάζει το pH της τρίχας αναγκάζοντάς την έτσι να ανοίξει τις φολίδες της για να περάσουν τα άλλα συστατικά της βαφής μέσα στον φλοιό. Οι βαφές αυτές πάνε πάντα πακέτο με οξυζενέ. Το οξυζενέ κάνει ένα κεφαλοκλείδωμα στη μελανίνη με τη βοήθεια της αμμωνίας κι επιτρέπει με αυτό τον τρόπο να περάσουν τα μικρούτσικα χρωματιστά μόρια και να στρογγυλοκαθίσουν στον φλοιό. Επειδή το οξυζενέ και η αμμωνία σε αυτή τη σύνθεση δεν μπορούν να δώσουν το επίπεδο οξείδωσης ενός ντεκαπάζ (κεφαλοκλείδωμα κάνει, όχι νοκ άουτ), το πολύ τρεις τόνους μπορεί να ανοίξει μια τρίχα με αυτού του είδους τη βαφή. Ο λόγος για τον οποίο η μόνιμη βαφή ξεθωριάζει με την πάροδο του χρόνου (συνήθως στις 3 εβδομάδες) είναι γιατί με τα λουσίματα φεύγουν σιγά σιγά οι χρωστικές της βαφής. Επομένως δεν είναι ότι «άνοιξε» το χρώμα, άλλωστε έχει ήδη ανοίξει κατά τη βαφή. Απλά έφυγαν οι χρωστικές και μένει πίσω η τρίχα μας με λιγότερη μελανίνη και λιγότερα χρωματιστά μόρια.

Συνεχίζουμε με τις σχεδόν μόνιμες. Ο όρος αυτός είναι φυσικά αδόκιμος. Τον χρησιμοποιώ εδώ γιατί στα αγγλικά αποδίδεται με την λέξη demi-permanent που σημαίνει ημι-μόνιμος. Για να μην μπλεχτούμε με τις ημι-μόνιμες που θα περιγράψω παρακάτω, παρακαλώ επιδείξτε κατανόηση και ανοχή. Ευχαριστώ.

Οι σχεδόν μόνιμες βαφές λοιπόν είναι αυτές που στην αγορά κυκλοφορούν με την ένδειξη «χωρίς αμμωνία». Δουλεύουν κατά κανόνα με οξυζενέ αλλά την δουλειά της αμμωνίας κάνουν άλλες ουσίες που όμως δεν έχουν την δραστικότητα αυτής. Γι’ αυτό το λόγο οι σχεδόν μόνιμες βαφές δεν μπορούν να ανοίξουν το φυσικό χρώμα της τρίχας. Επίσης δεν καλύπτουν τα γκρι τόσο ομοιόμορφα όσο οι μόνιμες. Οι βαφές αυτές κρατούν περί τα 25 με 30 λουσίματα και είναι σαφώς λιγότερο καταστρεπτικές για την τρίχα αφού δεν την οξειδώνουν τόσο όσο οι μόνιμες. Έχουν επίσης πιο φυσικό αποτέλεσμα καθώς ο τόνος παραμένει ίδιος (ή σκουραίνει). Έτσι όταν βγαίνουν οι ρίζες, η διαφορά τους με το βαμμένο είναι λιγότερο αισθητή.

Οι ημιμόνιμες βαφές (semi-permanent) δεν περιέχουν αμμωνία ούτε χρειάζονται οξυζενέ για να δράσουν. Εφαρμόζονται ως έχουν από τη συσκευασία γι’ αυτό το λόγο αποκαλούνται και direct dyes, απ’ ευθείας βαφές. Διαπερνούν μεν τις φολίδες αλλά δεν μπαίνουν και πολύ μέσα στον φλοιό. Είναι πολύ φιλικές με την τρίχα λόγω αυτού και διαρκούν από 5 έως 8 λουσίματα. Ούτε αυτές μπορούν να ανοίξουν το φυσικό χρώμα και δύσκολα βάφουν τις λευκές τρίχες. Στην κατηγορία των ημιμόνιμων βρίσκουμε τις βαφές με τα τρελλά χρώματα που τόσο αγαπώ! Οι ημιμόνιμες βαφές σου δίνουν τη δυνατότητα να αλλάζεις συχνά χρώμα, γεγονός που προτιμούν τα extreme κορίτσια και αγόρια. Έτσι μπορείς να παίξεις ανάλογα με τις διαθέσεις σου και τις εποχές. Πολλοί διαλέγουν πχ. κόκκινα χρώματα τα Χριστούγεννα και μπλε ή μωβ το καλοκαίρι. Στις ημιμόνιμες συγκαταλέγονται και τα χρωμοσαμπουάν, με τη μόνη διαφορά ότι κρατούν λιγότερο από τις ημιμόνιμες σε μορφή κρέμας, λόγω της παρουσίας των καθαριστικών παραγόντων και λόγω του ότι εφαρμόζονται για λιγότερη ώρα στα μαλλιά από ότι οι κρέμες.

Τις προσωρινές βαφές τις βρίσκουμε συνήθως σε τζελ, αφρούς, λακ, μάσκαρες ή κιμωλίες για μαλλιά. Έχουν τεράστια (σε σχέση με τις παραπάνω βαφές) χρωματιστά μόρια που απλά επικάθονται στις φολίδες. Δεν μπορούν να διεισδύσουν πιο μέσα λόγω μεγέθους μορίων, αλλά και γιατί δεν περιέχουν κανέναν οξειδωτικό παράγοντα. Αυτές κι αν είναι φιλικές με την τρίχα! Φεύγουν με ένα λούσιμο και βγαίνουν κατά κανόνα σε αφύσικα χρώματα.

Η πιο παρεμβατική μέθοδος αλλαγής χρώματος είναι το ντεκαπάζ. Με τα ίδια συστατικά της μόνιμης βαφής, δηλαδή αμμωνία και οξυζενέ, δίχως όμως έντονες χρωστικές. Η σύνθεση αυτή είναι πιο τούρμπο με αποτέλεσμα να κάνει η μελανίνη χαρακίρι.

Πώς γίνεται όμως αυτό; Μέσα στο φλοιό της τρίχας,όπως έχουμε πει, υπάρχει αυτή η ουσία που λέγεται μελανίνη και δίνει το χρώμα στα μαλλιά μας. Η μελανίνη βγαίνει σε δυο τύπους: την ευμελανίνη που είναι σκούρα και είναι αυτή που επικρατεί στα καστανά έως μαύρα μαλλιά και την φαιομελανίνη που είναι ανοιχτόχρωμη και επικρατεί στα ξανθά έως κόκκινα. Καθώς λοιπόν, λαμβάνει χώρα η οξείδωση, το οξυζενέ εισχωρεί στον φλοιό της τρίχας κι αρχίζει να επιτίθεται στη μελανίνη. Η ευμελανίνη είναι πιο ευαίσθητη από τη φαιομελανίνη με αποτέλεσμα να αντιδρά πρώτη με το οξυζενέ. Αποχρωματίζεται και «λιώνει». Τότε λοιπόν το καστανό χρώμα ανοίγει και γίνεται σταδιακά πορτοκαλί, καθώς παραμένει ακόμα η φαιομελανίνη που είναι πιο τούμπανη. Όσο περνάει η ώρα όμως η φαιομελανίνη αρχίζει κι αυτή να διαλύεται. Τότε το πορτοκαλί γίνεται κίτρινο αφού πλέον αρχίζουν να αποχωρούν και οι ανοιχτόχρωμες φαιομελανίνες. Αν κάνετε το λάθος κατά το ντεκαπάζ και φτάσετε την τρίχα σε άσπρο τότε την πατήσατε. Αυτό το στάδιο σημαίνει ότι λιώσατε όλες τις μελανίνες από την τρίχα (και τις σκούρες και τις ανοιχτόχρωμες) κι έχει μείνει μόνο η κερατίνη πίσω, η οποία είναι άσπρο-κίτρινη, το εκρού του νεκρού. Σε αυτό το σημείο το οξυζενέ αρχίζει να επιτίθεται για τα καλά στην κερατίνη. Η τρίχα γίνεται σαν τσίχλα γιατί διαλύονται οι δεσμοί της και χαλάει η δομή της. Επομένως αν κάνετε ντεκαπάζ κι έχετε πετύχει άσπρο σκεφτείτε σοβαρά να υιοθετήσετε κουπ αλά Χάρε Κρίσνα. Οι τριχούλες σας σύντομα θα αρχίσουν τον χορό του Ζαλόγγου, οπότε βάλτε ξυράφι μια ώρα αρχύτερα.

Οι σκόνες ντεκαπάζ έρχονται πλέον παρέα με χρωστικές. Ο σκοπός τους είναι να εξουδετερώσουν την αναπόφευκτη κιτρινίλα της τρίχας κατά την εφαρμογή. Θυμάστε τα συμπληρωματικά και τα αντίθετα χρώματα από το μάθημα των καλλιτεχνικών στο σχολείο; Ε, πάνω σε αυτό βασίζονται. Οι χρωστικές είναι μωβ, που είναι το αντίθετο του κίτρινου. Παρ’ όλα αυτά αν επιδιώκετε να αποκτήσετε Σκανδιναβικό ξανθό, το μωβ του ντεκαπάζ δεν φτάνει να διώξει όλη την κιτρινίλα. Εκεί έρχεται το toner ή ρεφλέ, που μπορεί να ανήκει σε οποιοδήποτε από τα παραπάνω είδη βαφής, αλλά με συγκεκριμένους συνδυασμούς χρωστικών ώστε να εξουδετερώνεται πλήρως το κίτρινο και να έρθει πιο κοντά στο άσπρο ή το πολύ ανοιχτό γκρι. Άρα το λευκότερο λευκό δεν πρέπει να γίνεται ποτέ με ντακαπάζ μόνο. Ποτέ! Θα το ξαναπώ: ποτέ! Το λευκότερο λευκό γίνεται μόνο με συνδυασμούς χρωμάτων μετά από ντεκαπάζ που έχει φτάσει την τρίχα το πολύ στο χρώμα της σάρκας της μπανάνας.

Ολοκληρώνουμε κι αυτό το ταξείδι με την χέννα. Η χέννα προέρχεται από αποξηραμένα και κονιορτοποιημένα φύλλα ενός φυτού (lawsonia inermis). Στην κανονική της μορφή κοκκινίζει τα μαλλιά. Αναμεμειγμένη με άλλες φυτικές χρωστικές μπορεί να δώσει καφέ ή μαύρο χρώμα. Η χέννα καλύπτει την τρίχα χωρίς να διεισδύει στο εσωτερικό της. Είναι σαν ένα ημιδιάφανο χρωματιστό φιλμ πάνω από μια ήδη χρωματιστή επιφάνεια. Το αποτέλεσμα είναι πολύ πιο φυσικό από όλες τις άλλες βαφές καθώς οποιεσδήποτε ανταύγειες υπάρχουν εξακολουθούν να φαίνονται, με τη διαφορά ότι είναι στο χρώμα της χέννας. Η διάρκεια της βαφής αυτής εξαρτάται από την ποιότητα του μαλλιού. Γι’ αυτό και οι απόψεις ως προς την διάρκειά της διίστανται. Οι θετικές απόψεις όμως ισχυρίζονται ότι μπορεί να κρατήσει έως και έτος!

Όλα τα παραπάνω είδη βαφών αποκτούν μεγαλύτερη διάρκεια και πιο φωτεινό αποτέλεσμα αν έχει προηγηθεί ντεκαπάζ. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι μετά από ένα ντεκαπάζ η τρίχα είναι πιο πορώδης οπότε απορροφά καλύτερα τα χρωματιστά μόρια. Ειδικά για τις ημι-μόνιμες βαφές η παρουσία των χρωστικών στην τρίχα μπορεί να επιμηκυνθεί για αρκετούς μήνες. Βέβαια σε αυτή την περίπτωση ένα σκούρο χρώμα μετά από ένα μήνα έχει γίνει παστέλ. Στην περίπτωση της χέννας όμως τα αποτελέσματα είναι μεν φαντασμαγορικά ως προς τη διάρκεια, αλλά πλήρως απογοητευτικά ως προς το χρώμα. Συνήθως το χρώμα που προκύπτει είναι ένα εμετικό καροτί γι’ αυτό και αντενδείκνυται η χρήση της σε αυτή την περίπτωση.

Παρ’ όλα αυτά το μόνιμο κυνήγι όσων βάφουν τα μαλλιά τους είναι με τον χρόνο, είτε έχουν κάνει ντεκαπάζ, είτε όχι. Κι αυτό γιατί οποιοδήποτε είδος βαφής και αν προτιμούν, μέσα στις πρώτες δύο εβδομάδες ή αρχική λάμψη έχει χαθεί και το χρώμα έχει ατονήσει. Αυτό οφείλεται κατά κύριο λόγο στο σαμπουάν και μάλιστα στον καθαριστικό παράγοντα που περιέχει και λέγεται SLS. Συνήθως οι ακριβές σειρές σαμπουάν για βαμμένα μαλλιά περιέχουν πιο απαλά καθαριστικά, όχι όμως όλες. Υπάρχει όμως και άλλη μία μέθοδος προστασίας του χρώματος (και της ίδιας της τρίχας, ειδικά για τις σγουρομάλλες) που υπόσχεται μεγαλύτερη διάρκεια και με την κατάλληλη έρευνα μπορεί να προστατέψει και την τσέπη μας. Η μέθοδος αυτή λέγεται co wash και θα σας την εξηγήσω λεπτομερώς σε μελλοντικό επεισόδιο. Πριν από αυτό όμως θα μιλήσουμε με περισσότερες λεπτομέρειες για τις ημι-μόνιμες βαφές extreme χρωμάτων. Έως τότε σας φιλώ!

 

Σχόλια

Δεν βρέθηκαν σχόλια

Γράψτε κριτική για το προϊόν